Υγεία, το πολυτιμότερο κοινωνικό αγαθό

Η Υγεία αποτελεί το πιο πολύτιμο κοινωνικό αγαθό και θεμέλιο της κοινωνικής συνοχής. Η καθιέρωση του Γενικού Συστήματος Υγείας και η μεταρρύθμιση […]

Η Υγεία αποτελεί το πιο πολύτιμο κοινωνικό αγαθό και θεμέλιο της κοινωνικής συνοχής. Η καθιέρωση του Γενικού Συστήματος Υγείας και η μεταρρύθμιση που ακολούθησε συνιστούν ιστορική κατάκτηση για την κυπριακή κοινωνία, καθώς διασφαλίζουν την καθολική πρόσβαση των πολιτών σε υπηρεσίες υγείας ανεξαρτήτως εισοδήματος. Πρώτη και αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα της πολιτικής υγείας είναι η πρόσβαση όλων των οικογενειών σε ποιοτικές, προσιτές και έγκαιρες υπηρεσίες, χωρίς οικονομικά, γεωγραφικά ή θεσμικά εμπόδια.

Η ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης απαιτεί πλέον αποφασιστική εφαρμογή. Η  Αυτονόμηση των Δημόσιων Νοσηλευτηρίων σε ένα σύγχρονο και λειτουργικό πλαίσιο αυτοτελούς διοίκησης, καθώς και η πλήρης εισαγωγή και αξιοποίηση των Πανεπιστημιακών Κλινικών, αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την αναβάθμιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, τη βιωσιμότητα του συστήματος και την καθιέρωση της Κύπρου ως ιατρικό περιφερειακό κόμβο. Το Υπουργείο Υγείας οφείλει να λειτουργεί ως φορέας χάραξης πολιτικής και ουσιαστικής εποπτείας, με σαφή ευθύνη για τον στρατηγικό σχεδιασμό, την αξιολόγηση και τη λογοδοσία.

Κεντρική προτεραιότητα αποτελεί η διασφάλιση της επάρκειας και της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας σε ολόκληρη τη χώρα. Αυτό προϋποθέτει συστηματική καταγραφή των αναγκών του πληθυσμού και μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο προγραμματισμό, με έμφαση στην ενίσχυση του νοσηλευτικού επαγγέλματος, την αξιοποίηση φροντιστών και την αναβάθμιση των δημόσιων νοσηλευτηρίων, ώστε να λειτουργούν με ποιότητα, αξιοπρέπεια και επαρκή στελέχωση.

Παράλληλα, το ΓεΣΥ οφείλει να εξελίσσεται διαρκώς. Απαιτείται αναβάθμιση του λογισμικού και πρόβλεψη εναλλακτικών διαδικασιών σε περιπτώσεις τεχνικών δυσλειτουργιών, σαφείς στόχοι για τη μείωση των λιστών αναμονής και αυστηρή εφαρμογή ιατρικών πρωτοκόλλων. Ο θεσμός του προσωπικού ιατρού πρέπει να λειτουργεί ουσιαστικά, με κίνητρα παραγωγικότητας αλλά και  κυρώσεις εκεί που υπάρχουν καταχρήσεις.

Ο ιδιωτικός τομέας υγείας οφείλει να λειτουργεί συμπληρωματικά και με υγιή ανταγωνισμό. Η συγκέντρωση δύναμης σε λίγους μεγάλους ομίλους και οι ολιγοπωλιακές πρακτικές δεν εξυπηρετούν ούτε τον ασθενή ούτε τη βιωσιμότητα του συστήματος. Απαιτείται διαφάνεια στις συμβάσεις και στις τιμές, καθώς και ουσιαστικός έλεγχος των συγχωνεύσεων που αλλοιώνουν τον ανταγωνισμό.

Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στις νέες προκλήσεις: τη γήρανση του πληθυσμού, την αύξηση των χρόνιων νοσημάτων και των σπάνιων παθήσεων. Η ανάπτυξη υπηρεσιών κατ’ οίκον νοσηλείας και μακροχρόνιας φροντίδας για ηλικιωμένους και χρόνιους ασθενείς δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα για ένα σύγχρονο και ανθρώπινο σύστημα υγείας.

 Το ίδιο και στην ψυχική υγεία, η οποία παραμένει διαχρονικά υποστελεχωμένη. Η ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού στην ψυχική υγεία, με περισσότερους επαγγελματίες ενταγμένους στο ΓεΣΥ, αποτελεί επένδυση στην κοινωνική ανθεκτικότητα, ιδιαίτερα για παιδιά, εφήβους, νέες μητέρες και οικογένειες.

Θα πρέπει να διευρυνθούν οι επαγγελματικές ομάδες που ήδη συμμετέχουν στο ΓεΣΥ, ώστε να ανταποκρίνονται στις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες του πληθυσμού.  Κρινεται αναγκαία η επαναξιολόγηση των παρεχόμενων υπηρεσιών, ιδίως στους τομείς της οδοντιατρικής, της κλινικής ψυχολογίας, της διατροφής και σε άλλες ειδικότητες που συνδέονται με τη σύγχρονη προσέγγιση της υγείας και της πρόληψης.

Η ισότιμη πρόσβαση στην υγεία δεν μπορεί να εξαρτάται από τον τόπο κατοικίας.  Η ύπαιθρος μας χρειάζεται ισχυρές δομές πρωτοβάθμιας και επείγουσας φροντίδας, με ιδιαίτερη έμφαση στις υπηρεσίες μητρότητας και οικογενειακής ιατρικής. Η αποδυνάμωση τέτοιων υπηρεσιών έχει άμεσες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες και πρέπει να αντιμετωπιστεί με στοχευμένες πολιτικές.

Η μητρική υγεία αποτελεί δείκτη ποιότητας ενός συστήματος υγείας. Απαιτείται ολοκληρωμένη προσέγγιση που να καλύπτει τη γυναίκα πριν, κατά και μετά τον τοκετό, με έμφαση στη μεταγεννητική φροντίδα, τη μητρική ψυχική υγεία και την έγκαιρη αντιμετώπιση επιπλοκών. Η φροντίδα της μητέρας δεν τελειώνει στον τοκετό και δεν μπορεί να αποσυνδέεται από κοινωνικούς παράγοντες όπως η στήριξη της οικογένειας, η διατροφή και η πρόσβαση σε υπηρεσίες.

Ταυτόχρονα, η σύγχρονη πολιτική υγείας δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς σύγχρονη διακυβέρνηση δεδομένων. Η εμπειρία κρίσεων ανέδειξε ότι η καθυστέρηση και ο κατακερματισμός των δεδομένων υπονομεύουν την έγκαιρη λήψη αποφάσεων και τη δίκαιη κατανομή πόρων. Απαιτείται ενιαίο πλαίσιο συλλογής και ανταλλαγής δεδομένων υγείας, με σαφή αρμοδιότητα, κοινά πρότυπα και έμφαση στην έγκαιρη πληροφόρηση για κρίσεις, ανισότητες, ψυχική υγεία και χρόνιες παθήσεις. Τα δεδομένα πρέπει να οδηγούν σε πολιτικές αποφάσεις και λογοδοσία, όχι να παραμένουν αδρανή.

Η Υγεία μπορεί και πρέπει να αποτελέσει πεδίο γνώσης, καινοτομίας και ποιοτικής ανάπτυξης. Η αξιοποίηση των πανεπιστημιακών κλινικών, η ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και η ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών σε αυτές ενισχύουν τόσο την ποιότητα των υπηρεσιών όσο και την εμπιστοσύνη στο σύστημα. Η προώθηση της έρευνας και της καινοτομίας, η προσέλκυση ιατρικού τουρισμού και η ανάπτυξη διεθνών δικτύων συνεργασίας εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να αναβαθμίσουν το επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών και να επενδύσουν στο ανθρώπινο δυναμικό της χώρας.

Η πολιτική για την Υγεία δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Απαιτεί όραμα, συνέπεια και ξεκάθαρες προτεραιότητες: ποιότητα, ισότητα και ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αυτή είναι η πολιτική κατεύθυνση που οφείλουμε να υπηρετήσουμε.