Η κυπριακή οικονομία βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Τα τελευταία χρόνια καταγράφει ισχυρή αναπτυξιακή πορεία, τομείς όπως ο τουρισμός, η τεχνολογία και η κατανάλωση στηρίζουν την ανάπτυξη, η ανεργία μειώθηκε, το δημόσιο χρέος έχει περιοριστεί αισθητά και οι τράπεζες βρίσκονται σε σαφώς καλύτερη κατάσταση σε σχέση με το παρελθόν.
Την ίδια στιγμή, παρατηρείται υψηλό κόστος ζωής,στεγαστική κρίση, κοινωνικές ανισότητες, ενώ αυξάνονται οι κενές θέσεις και η έλλειψη δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας. Οι διεθνείς εμπορικές εντάσεις, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και τα προβλήματα στο παγκόσμιο εμπόριο δημιουργούν πραγματικούς κινδύνους για τις επενδύσεις, τον τουρισμό και τις τιμές, συνθήκες που απαιτούν αυξημένη δημοσιονομική πειθαρχία και που περιορίζουν τα διαθέσιμα περιθώρια για την κάλυψη των μελλοντικών αναγκών που δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν με σπατάλες, οριζόντιες επιδοτήσεις και πολιτικές χωρίς στόχευση.
Κυρίως όμως ο νέοι μας δυσκολεύονται να αποκτήσουν στέγη και να ξεκινήσουν την οικογένεια τους, οι οικογένειες και τα νοικοκυριά αγωνίζονται να πληρώσουν λογαριασμούς, δάνειο και φροντιστήρια, οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας, οι νέοι επιστήμονες μας δεν βρίσκουν δουλειά αντάξια των προσόντων τους και οι ηλικιωμένοι μας αγωνιούν αν θα τους φτάσει η σύνταξη για τα έξοδα του μήνα, παρά την ευημερία των αριθμών και τις θετικές αξιολογήσεις από τους διεθνείς οίκους.
Η λογική πίσω από αυτή την αντίφαση οφείλεται στο γεγονός ότι η δημοσιονομική πειθαρχία ασκείται με τρόπο που αφήνει στενό περιθώριο για επενδύσεις με κοινωνικό και αναπτυξιακό αποτύπωμα, ενώ τα πλεονάσματα δεν προκύπτουν από αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, αλλά από τα ταμεία κοινωνικών ασφαλίσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι απορρίπτουμε το τρίπτυχο κάθε σύγχρονης και υπεύθυνης οικονομικής διακυβέρνησης (δημοσιονομική πειθαρχία-σταθερό τραπεζικό σύστημα-μεταρρυθμίσεις) αλλά δεν θα οικοδομήσουμε ένα αξιόπιστο μέλλον και ανάπτυξη με σταθερότητα και ευκαιρίες για όλους, αν δεν απομακρυνθούμε από τη μηχανική εφαρμογή της δημοσιονομικής πειθαρχίας ούτε και μπορεί να προβάλλεται ως άλλοθι για την απουσία οράματος, αναπτυξιακών δαπανών και κοινωνικό πρόσημο.
Το ίδιο μοτίβο φαίνεται και στο τραπεζικό σύστημα που δίνει χώρο σε απλοϊκές, εύπεπτες και λαϊκίστικές προσεγγίσεις όπως τη φορολόγηση των υπερκερδών. Το πραγματικό στοίχημα είναι εάν αυτή η κερδοφορία επιστρέφει στην οικονομία με διάθεση στήριξης της παραγωγής, ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν αργές διαδικασίες, υψηλό κόστος και δύσκολη πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Η οικονομία έχει καύσιμα αλλά ο κινητήρας δεν τα αξιοποιεί.
Εκεί όμως που υστερούμε διαχρονικά και καταχρηστικά είναι στις μεταρρυθμίσεις. Εν έτει 2026 συζητούμε ακόμη για τη ψηφιοποίηση του κράτους, την αύξηση της παραγωγικότητας της δημόσιας υπηρεσίας, την απρόσκοπτη και διαφανή λειτουργία των θεσμών του κράτους, την εύρυθμη, ταχεία και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, κολλημένοι στο ίδιο παραγωγικό μοντέλο της οικονομίας για δεκαετίες.
Αν θέλουμε ένα μέλλον με σταθερότητα και ευκαιρίες για όλους, πρέπει να αναγνωρίζουμε ότι η σύγχρονη οικονομία οικοδομείται μέσα από πολιτικές επιλογές, στρατηγική και τόλμη. Επιλογές που συμβαδίζουν με την ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας, που δεν επιτρέπουν στις αλλαγές να διαρρηγνύουν την κοινωνία, αλλά τις αξιοποιούν για να ενισχύουν την ανθεκτικότητα της. Σε αυτή τη βάση, απαιτείται να επανεξετάσουμε το παραγωγικό μοντέλο της οικονομίας μας, που να προσανατολίζεται στη δημιουργία πραγματικής αξίας και όχι απλώς στη διαχείριση της υφιστάμενης.
Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι γιατί η κυπριακή οικονομία δυσκολεύεται να κάνει αυτό το άλμα και η απάντηση δεν βρίσκεται πρωτίστως στους αριθμούς. Βρίσκεται στον τρόπο που λειτουργεί το κράτος και στην περιορισμένη ικανότητα του να εμπνέει εμπιστοσύνη και να κατευθύνει την ανάπτυξη με σχέδιο, εξαιτίας του χρόνιου θεσμικού ελλείματος, της γραφειοκρατίας και της έλλειψης λογοδοσίας. Όταν οι θεσμοί δεν λειτουργούν ικανοποιητικά και οι κανόνες δεν εφαρμόζονται με συνέπεια, η οικονομία χάνει τη δυναμική της και η ανάπτυξη παραμένει αποσπασματική και ευάλωτη, όσο θετικοί και να είναι οι αριθμοί.
Αυτή δεν είναι μια θεωρητική διαπίστωση αλλά το πάγιο παράπονο και η καθημερινή εμπειρία του επιχειρηματικού και παραγωγικού κόσμου. Οι θεσμοί κινούνται συχνά με ρυθμούς και λογικές που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες τις πραγματικής οικονομίας και οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, οι καθυστερήσεις και οι ασάφειες περιορίζουν και διαβρώνουν την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία του κράτους να λειτουργήσει ως σταθερός και προβλέψιμος εταίρος για τον πολίτη και τον επενδυτή.
Εξίσου ανασταλτικός παράγοντας είναι η αίσθηση ότι επιδεικνύεται ανοχή σε φαινόμενα διαφθοράς, η έλλειψη λογοδοσίας και η ατιμωρησία. Η έλλειψη εμπιστοσύνης στο κράτος που είναι κυρίαρχο συστατικό της ανάπτυξης συνδυαστικά με τη θεσμική δυσλειτουργία, μετατρέπεται σε δομική παθογένεια της κυπριακής οικονομίας. Δημιουργείται η αίσθηση ότι η πρόοδος δεν εξαρτάται από κανόνες και ικανότητα, αλλά από διασυνδέσεις και εξαιρέσεις. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον οι σοβαρές επενδύσεις, ξένες ή εγχώριες διστάζουν, οι ικανοί αποθαρρύνονται και οι νέοι αναζητούν προοπτική αλλού. Η πραγματική πρόοδος δεν είναι θέμα αφηγήματος, αλλά νομιμοποίησης και οικοδομείται μόνο με θεσμούς που λειτουργούν ρολόι και εμπνέουν εμπιστοσύνη μέσα από τη θεσμική τους επάρκεια και την έμπρακτη εφαρμογή της ισονομίας.
Επιπλέον η οικονομία μας παραμένει υπερβολικά συγκεντρωμένη σε περιορισμένους τομείς όπως ο τουρισμός, οι υπηρεσίες και η αγορά ακινήτων που συνέβαλαν διαχρονικά στην ανάπτυξη αλλά δεν μπορούν να αποτελούν τη μοναδική απάντηση για το μέλλον. Σε ένα διεθνές περιβάλλον διαρκών ανατροπών αυτή η μονομέρεια καθιστά την οικονομία μας ευάλωτη τόσο σε εξωτερικά σοκ όσο και σε εσωτερική στασιμότητα. Την ώρα που η ψηφιακή και η πράσινη μετάβαση και τεχνητή νοημοσύνη αναμορφώνουν τις οικονομίες διεθνώς, εμείς δεν τολμούμε να διαμορφώσουμε νέα παραγωγική ταυτότητα, πιο σύγχρονη, πιο δημιουργική, που να απαντά στις απαιτήσεις της κοινωνίας.
Το κοινωνικό αποτύπωμα αυτής της πορείας είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο. Οι μακροοικονομικοί δείκτες μπορεί να βελτιώνονται όμως για μεγάλο μέρος της κοινωνίας η ανάπτυξη δεν γίνεται βίωμα. Το κόστος ζωής αυξάνεται και είναι δυσβάσταχτο για τις ευάλωτες ομάδες και τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα, δηλαδή τους νέους και τους ηλικιωμένους μας, οι ευκαιρίες και οι προοπτικές δεν κατανέμονται ισόρροπα και η οικονομική πρόοδος δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική κινητικότητα για τη νέα γενιά.
Σε μια κανονική λειτουργία του κράτους, τα θεσμικά και διαρθρωτικά ζητήματα θα έπρεπε να είχαν επιλυθεί κατά προτεραιότητα, ιδίως σε μια χώρα που αντιμετωπίζει και ζητήματα επάρκειας πόρων. Το υδατικό, η ενέργεια και το υψηλό κόστος ηλεκτρισμού, σε συνδυασμό με την έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού δεν είναι μεμονωμένα προβλήματα αλλά λειτουργούν ως περιοριστικοί παράγοντες για την παραγωγική αναβάθμιση σε μια σύγχρονη οικονομία και τη μετάβαση σε ένα πιο ανταγωνιστικό και ανθεκτικό παραγωγικό μοντέλο.
Απαιτούνται επομένως δομικές παρεμβάσεις στην οικονομία, που δεν εξαντλούνται σε αποσπασματικά μέτρα, αλλά ανανεώνουν τον τρόπο με τον οποίο παράγεται και κατανέμεται η ανάπτυξη, με σαφή στόχο την ενίσχυση της ανθεκτικότητας, της παραγωγικότητας και της κοινωνικής συνοχής. Χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό και κοινωνικό μοντέλο που να προσφέρει διέξοδο, κινητικότητα, προοπτικές και στήριξη στην παραγωγική δυναμική των πολιτών, να λαμβάνει υπόψη το πραγματικό κόστος ζωής, τις ειδικές γεωπολιτικές συνθήκες της Κύπρου και τη διαφορετική κατανομή δαπανών ανάλογα με το εισόδημα:
- Μετάβαση σε ένα πιο ανθεκτικό παραγωγικό μοντέλο, με έμφαση στην καινοτομία, την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση και τη δημιουργία πραγματικής προστιθέμενης αξίας, βασισμένο στα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα.
- Ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και μείωση της εξάρτησης από περιορισμένο αριθμό τομέων.
- Ανάπτυξη ανθρώπινου κεφαλαίου, με στοχευμένες πολιτικές δεξιοτήτων που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της οικονομίας του αύριο.
- Μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, για ένα κράτος επιτελικό, γρήγορο, ψηφιακό και φιλικό προς τον πολίτη και την επιχείρηση.
- Μείωση της γραφειοκρατίας και απλοποίηση διαδικασιών, με σαφή χρονοδιαγράμματα και λογοδοσία.
- Σταθερό και προβλέψιμο θεσμικό πλαίσιο, ώστε οι κανόνες να εφαρμόζονται με ισονομία και συνέχεια.
- Ενίσχυση της διασύνδεσης έρευνας και παραγωγής, ώστε η γνώση και η καινοτομία να μετατρέπονται σε οικονομικό αποτέλεσμα.
- Νέοι μηχανισμοί πρόσβασης σε χρηματοδότηση, με έμφαση στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και στις νεοφυείς δραστηριότητες.
- Στοχευμένες ενισχύσεις εισοδήματος, με βάση τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και όχι οριζόντιες παροχές.
- Ενεργή πολιτική ενίσχυσης του ανταγωνισμού, για υγιείς αγορές και δίκαιες τιμές.
- Ουσιαστική ενδυνάμωση των θεσμών προστασίας του καταναλωτή, με πραγματικά εργαλεία ελέγχου και παρέμβασης.
- Προσέλκυση ποιοτικών επενδύσεων, που φέρνουν τεχνολογία, γνώση, θέσεις εργασίας και κοινωνικό αποτύπωμα.
- Αξιοποίηση της δημοσιονομικής σταθερότητας ως βάσης για το επόμενο αναπτυξιακό βήμα, όχι ως αυτοσκοπού.
- Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σε βάθος στη δικαιοσύνη, στη δημόσια υπηρεσία και στο ψηφιακό κράτος, με μακροχρόνιο αντίκτυπο.
- Στρατηγική διαχείριση κρίσιμων πόρων (νερό, ενέργεια, ανθρώπινο δυναμικό), με σχεδιασμό και αποτελεσματικότητα.
Όλα αυτά, όμως, δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα που απασχολεί σήμερα την κοινωνία: πώς αντιμετωπίζουμε την ακρίβεια για τα νοικοκυριά, τη μεσαία τάξη και τις ευάλωτες ομάδες, μετατρέποντας την οικονομική σταθερότητα σε ένα πιο δίκαιο και ανθεκτικό παραγωγικό μοντέλο;
Η ακρίβεια καθημερινή πραγματικότητα
Η συνεχιζόμενη αύξηση του κόστους των βασικών αναγκών έχει διαβρώσει το οικογενειακό εισόδημα των νοικοκυριών, καθιστώντας ολοένα και δυσκολότερη την ικανοποίηση των βασικών αναγκών τους. Η έμφαση στη βελτίωση των δημοσιονομικών δεικτών, χωρίς ταυτόχρονη μέριμνα για την καθημερινότητα των πολιτών, έχει οδηγήσει σε πολιτικές που δεν αντιλαμβάνονται την οικονομική δυσχέρεια ως μόνιμη πραγματικότητα.
Η ακρίβεια:
- Δεν είναι απλώς ένας δείκτης
- Είναι ο λογαριασμός του ρεύματος που φοβάσαι να ανοίξεις.
- Είναι η υπεραγορά που μπάινεις με λίστα και βγαίνεις με ενοχές.
- Είναι το ενοίκιο που καταπίνει το μεγαλύτερο μέρος του μισθού.
- Είναι τα φροντιστήρια των παιδιών και οι δραστηριότητες τους.
Όταν λέμε ότι η οικονομία αναπτύσσεται, τα οφέλη πρέπει να μετακυλίονται στην κοινωνία, ιδιαίτερα στη μεσαία τάξη και στις ευάλωτες ομάδες. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει αστόχευτες παροχές και επιδόματα που το μόνο που πετυχαίνουν είναι να κρύβουν το πρόβλημα κάτω από το χαλί και να εγκλωβίζουν τις ευάλωτες ομάδες στο φαύλο κύκλο της εξάρτησης από το κράτος και τη φτώχεια.
Οι αιτίες
Η ακρίβεια συχνά αντιμετωπίζεται ως συνέπεια των γενικότερων οικονομικών συνθηκών, παραβλέποντας ότι η οικονομική ευημερία πρέπει πρώτα να αντικατοπτρίζεται στη ζωή κάθε νοικοκυριού. Αν δεν αντιμετωπίσουμε τις αιτίες της ακρίβειας είναι σαν να προσφέρουμε πρώτες βοήθειες χωρίς να έχουμε νοσοκομείο. Η ακρίβεια πλήττει δυσανάλογα τις χαμηλότερες εισοδηματικά ομάδες επειδή οι βασικές ανάγκες, απορροφούν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του οικογενειακού προϋπολογισμού και εκεί πρέπει να είναι η στόχευση.
Κυβέρνηση και Βουλή οφείλουν να αγγίξουν το ζήτημα της ακρίβειας με σχέδιο, συνέπεια και μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Η πρόσφατη φορολογική μεταρρύθμιση και η εισαγωγή στοχευμένων εκπτώσεων που συνδέονται με το εισόδημα των νοικοκυριών και τη σύνθεση της οικογένειας αποτελεί βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της. Η περαιτέρω αξιολόγηση του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας μπορεί να συμβάλει στη συνολική ισορροπία. Ούτε και η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή είναι πανάκεια για την ακρίβεια. Με τα σημερινά δεδομένα, μια αύξηση 0,8% σημαίνει μόλις 8 ευρώ σε μισθό των 1.000 ευρώ ενίσχυση αμελητέα και ανίκανη να αναβαθμίσει ουσιαστικά την αγοραστική δύναμη. Η ΑΤΑ δεν είναι εργαλείο αντιμετώπισης της ακρίβειας και δεν πρέπει να αποτελεί το επίκεντρο της συζήτησης. Η σημερινή πραγματικότητα είναι αμείλικτη: περίπου το 17%, των Κυπρίων, δηλαδή 1 στους έξι ζει κάτω από το όριο της φτώχειας! Η απάντηση σε αυτό το συστημικό πρόβλημα δεν μπορεί να είναι η αύξηση την παροχών και η διαιώνιση της εξάρτησης από το κράτος.
Η ακρίβεια δεν είναι θεωρία. Είναι η πίεση στις βασικές ανάγκες δηλαδή το κόστος στέγασης, τα τρόφιμα και τα είδη πρώτης ανάγκης, το κόστος ενέργειας, τις μεταφορές, την παιδεία και την υγεία. Χρειαζόμαστε ένα ολοκληρωμένο, στοχευμένο και ρεαλιστικό σχέδιο για την αντιμετώπιση της ακρίβειας. Στον τομέα της υγείας, η εφαρμογή του ΓεΣΥ έχει συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση της άμεσης επιβάρυνσης για πολλά νοικοκυριά. Αυτό σημαίνει ότι οι παρεμβάσεις πρέπει να επικεντρωθούν με μεγαλύτερη ένταση στους υπόλοιπους τομείς όπου η πίεση παραμένει υψηλή.
Στεγαστικό
Η προσιτή στέγη δεν είναι πολυτέλεια. Είναι δικαίωμα. Και χωρίς σπίτι δεν υπάρχει ζωή, ούτε κοινωνική σταθερότητα, ούτε οικογενειακός σχεδιασμός. Το στεγαστικό πρόβλημα στην Κύπρο δεν προέκυψε τυχαία. Είναι το αποτέλεσμα μιας έντονης και πολυπαραγοντικής αύξησης της ζήτησης, την ώρα που η προσφορά κατοικιών παρέμεινε στάσιμη για χρόνια. Η άνοδος των τιμών της γης, η αύξηση του κόστους πρώτων υλών, τα αυξημένα επιτόκια, η μαζική έλευση εταιρειών με προσωπικό που εγκαθίσταται στη χώρα, η παράτυπη μετανάστευση, η αύξηση του αριθμού φοιτητών και το έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον, δημιούργησαν μια εκρηκτική πίεση στη ζήτηση. Την ίδια στιγμή, το οικιστικό απόθεμα δεν αυξανόταν με τον ίδιο ρυθμό. Το αποτέλεσμα είναι μια βαθιά ανισορροπία στην αγορά στέγης.
Σήμερα, νέοι άνθρωποι μένουν με τους γονείς τους όχι από επιλογή, φεύγουν στο εξωτερικό όχι από όνειρο και αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας όχι γιατί δεν θέλουν παιδιά, αλλά γιατί δεν μπορούν να τα στηρίξουν. Αυτή η πραγματικότητα συνδέεται άμεσα με την υπογεννητικότητα. Είναι κλασικό παράδειγμα του πώς μια πολιτική, ή η απουσία της επηρεάζει όλες τις υπόλοιπες.
Η Κύπρος αντιμετωπίζει έλλειψη που εκτιμάται μεταξύ 40.000 και 90.000 οικιστικών μονάδων από το 2010. Οι λύσεις που εφαρμόζονται μέχρι σήμερα, παρά τις καλές προθέσεις, δεν φαίνεται να αυξάνουν επαρκώς την προσφορά, ιδιαίτερα σε κατοικίες χαμηλού και προσιτού ενοικίου. Παρότι ανακοινώνονται στεγαστικά σχέδια, κάποια επιτυχημένα, κάποια λιγότερο, η Πολιτεία οφείλει να εγκύψει στο στεγαστικό ζήτημα πολύ πιο δυναμικά.
Το θετικό είναι ότι πλέον υπάρχει ευρεία αναγνώριση του προβλήματος. Ακούγονται πολλές προτάσεις από όλες τις πολιτικές δυνάμεις. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι ο αριθμός των ιδεών, αλλά η επιλογή των πιο ρεαλιστικών λύσεων, με άμεσο αλλά και μακροπρόθεσμο όφελος.
Απαιτείται άμεση αύξηση του οικιστικού αποθέματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από συνδυασμό πολιτικών: στοχευμένη στήριξη ενοικίου, ενίσχυση του ρόλου του ΚΟΑΓ με αξιοποίηση αδρανών ακινήτων και κενών κατοικιών, καθώς και ουσιαστική αξιοποίηση κρατικής γης και γης ιδιοκτησίας του ΚΟΑΓ με χρηματοδότηση από ευρωπαϊκά κονδύλια.
Η αύξηση κατοικιών προσιτού ενοικίου για οικονομικά ευάλωτες ομάδες δεν μπορεί να βασίζεται μόνο σε επιδότηση ενοικίων. Το κράτος οφείλει να επενδύσει, ώστε μακροπρόθεσμα να μειώσει και όχι να διαιωνίζει τη σχετική δαπάνη. Παράλληλα, χρειάζονται ισχυρότερα κίνητρα προς τον ιδιωτικό τομέα, τόσο μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων όσο και μέσω προσωρινής παραχώρησης αυξημένων συντελεστών δόμησης, με σαφείς όρους για χαμηλότερα ενοίκια.
Υπάρχουν παραδείγματα πολιτικών που, ενώ κινούνται στη σωστή κατεύθυνση, είναι ανεπαρκώς χρηματοδοτημένες. Το σχέδιο στήριξης ζευγαριών κάτω των 40 ετών ήταν επιτυχημένο, αλλά εξαντλήθηκε γρήγορα: 10 εκατομμύρια ευρώ για περίπου 300 αιτήσεις. Βοηθήθηκαν 300 οικογένειες, όταν θα έπρεπε να είχαν βοηθηθεί τουλάχιστον διπλάσιες. Για να καλυφθούν οι στεγαστικές ανάγκες της χώρας απαιτούνται περίπου 4.000 νέα τεμάχια ετησίως, επομένως οι πόροι πρέπει να αυξηθούν.
Αντίστοιχα, το σχέδιο «Ανακαινίζω και Κτίζω» χρειάζεται αναθεώρηση. Ενισχύσεις της τάξης των 15.000 ευρώ για ένα υπνοδωμάτιο ή 30.000 για τρία δεν αντανακλούν το πραγματικό κόστος ανακαίνισης. Η κρατική βοήθεια πρέπει να αυξηθεί και να συνδεθεί με πλαφόν στο ενοίκιο, σε περίπτωση που το ακίνητο ενοικιαστεί. Μέρος των εσόδων από τη φορολογική μεταρρύθμιση οφείλει να κατευθυνθεί στρατηγικά στη στέγαση.
Παράλληλα, απαιτείται αναθεώρηση υφιστάμενων σχεδίων προσιτού ενοικίου, τα οποία δεν απέδωσαν επειδή οι προϋποθέσεις ήταν υπερβολικά αυστηρές. Υπάρχουν επενδυτές που ενδιαφέρονται, αλλά αποκλείονται. Αν θέλουμε αποτέλεσμα, πρέπει να προσαρμόσουμε τα εργαλεία στην πραγματικότητα της αγοράς.
Η στεγαστική πολιτική δεν είναι κοινωνική παροχή. Είναι αναπτυξιακή και δημογραφική πολιτική. Απελευθερώνει εισόδημα, ενισχύει την κινητικότητα της εργασίας, μειώνει μελλοντικές κοινωνικές δαπάνες και στηρίζει τη μεσαία τάξη, που αποτελεί τον βασικό κορμό της οικονομίας. Η πρόληψη είναι πάντα φθηνότερη από τη διαχείριση κρίσεων.
Το στεγαστικό συνδέεται άρρηκτα με την υπογεννητικότητα. Η απόφαση για παιδί ξεκινά από τη στέγη. Χωρίς σταθερή και προσιτή κατοικία, δεν υπάρχει οικογενειακός σχεδιασμός. Η στεγαστική πολιτική καθορίζει το «πότε» και το «πόσα». Κίνητρα στέγασης για νέα ζευγάρια, νέους εργαζόμενους και οικογένειες με παιδιά έχουν πολύ μεγαλύτερο αποτέλεσμα από απλά επιδόματα γέννησης. Το κρίσιμο πολιτικό συμπέρασμα είναι σαφές. Η υπογεννητικότητα δεν λύνεται με επιδόματα. Λύνεται με ασφάλεια ζωής. Και η βάση της ασφάλειας είναι ένα σπίτι που μπορείς να πληρώσεις.
Όταν το κράτος λειτουργεί ως εγγυητής πρόσβασης στη στέγη και όχι ως παθητικός παρατηρητής της αγοράς, τότε στηρίζει την οικονομία, ενισχύει τη μεσαία τάξη, δίνει προοπτική στους νέους και αντιμετωπίζει ουσιαστικά την ακρίβεια και το δημογραφικό.
Το ζητούμενο δεν είναι να δώσουμε πρόχειρες λύσεις στο σήμερα, μεταφέροντας το πρόβλημα στο αύριο. Η στεγαστική πολιτική οφείλει να έχει βάθος χρόνου, ώστε να αντιμετωπίζει τις σημερινές ανάγκες χωρίς να δημιουργεί μια νέα κρίση σε είκοσι ή τριάντα χρόνια.
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε άναρχα μοντέλα κάθετης ανάπτυξης ούτε σε επιλογές που εξαντλούν τον χώρο και τις αντοχές των πόλεων. Βρίσκεται σε στοχευμένες παρεμβάσεις που διασφαλίζουν διαρκές και επαρκές οικιστικό απόθεμα, με σεβασμό στον πολεοδομικό σχεδιασμό, την ποιότητα ζωής και την κοινωνική συνοχή.
Στρατηγικός σχεδιασμός οικιστικού αποθέματος, με συνεχή παρακολούθηση προσφοράς και ζήτησης, ώστε να αποφεύγονται τόσο οι ελλείψεις όσο και οι φούσκες.
Θέσπιση μόνιμου μηχανισμού καταγραφής και ανάλυσης των τιμών ενοικίων.
Αξιοποίηση υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος, μέσω κινήτρων για ανακαίνιση, επανάχρηση και ενεργειακή αναβάθμιση αδρανών ακινήτων και κενών κατοικιών.
Στοχευμένη αύξηση της προσφοράς κατοικίας, με χαμηλής και μεσαίας πυκνότητας ανάπτυξη εκεί όπου το επιτρέπουν οι υποδομές και ο χωροταξικός σχεδιασμός.
Ενίσχυση της προσιτής κατοικίας, μέσα από συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και σαφείς όρους για κοινωνικό αντίκτυπο.
Πολεοδομικά κίνητρα με ανταποδοτικότητα, ώστε κάθε νέα ανάπτυξη να συμβάλλει έμπρακτα στη δημιουργία κατοικιών για μόνιμους κατοίκους.
Φορολογικές ελαφρύνσεις για ιδιοκτήτες που ενοικιάζουν κατοικίες σε δικαιούχους στεγαστικής στήριξης ή σε συμφωνημένα προσιτά ενοίκια.
Μεταφορά συγκεκριμένων κρατικών υπηρεσιών και τμημάτων εκτός αστικών κέντρων.
Προστασία της κατοικίας ως κοινωνικού αγαθού, με πολιτικές που αποτρέπουν την πλήρη εκτόπιση της μόνιμης κατοίκησης από βραχυχρόνιες ή καθαρά επενδυτικές χρήσεις.
Ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού με αρμοδιότητες και εργαλεία για ουσιαστικούς ελέγχους.
Στεγαστικό πλαίσιο για αλλοδαπούς εργαζόμενους με μακροχρόνια παραμονή και οργανωμένες μονάδες χαμηλού κόστους κοντά σε χώρους εργασίας (γεωργία, τουρισμός, φροντίδα), ώστε να αποσυμφορηθεί η αγορά ενοικίων για ντόπιους. Παράλληλα να τεθούν σαφείς προδιαγραφές αξιοπρεπούς διαβίωσης, με ελέγχους, ώστε να σταματήσει η άτυπη και υπερπλήρης στέγαση που πιέζει τις τιμές.
Μακροχρόνια μίσθωση κρατικής γης σε εταιρείες που μεταφέρουν την έδρα τους στην Κύπρο, ώστε να ανεγείρουν κατοικίες για το προσωπικό τους, αλλά και σε πανεπιστήμια για την ανάπτυξη φοιτητικών εστιών ώστε να αποσυμφορηθεί η ιδιωτική αγορά και να περιοριστεί η πίεση στα ενοίκια.
Αναθεώρηση στεγαστικών σχεδίων υπαίθρου με βάση τι πραγματικά μπορεί να χτιστεί και τι πραγματικά χρειάζεται κάθε κοινότητα (μέγεθος γης, πρόσβαση, υποδομές), φορολογικά κίνητρα για μόνιμη κατοικία (όχι εξοχικά), συνδεδεμένα με πραγματική εγκατάσταση για να γίνει η ύπαιθρος ρεαλιστική επιλογή και απλοποίηση πολεοδομικών όρων που σήμερα μπλοκάρουν την οικοδομή στην ύπαιθρο χωρίς λόγο.
Στόχος είναι μια στεγαστική πολιτική που δεν εξαντλεί τον χώρο για να κερδίσει χρόνο, αλλά χτίζει ισορροπία, προβλεψιμότητα και αντοχή στο μέλλον.
Όχι λόγια. Σπίτια.
Καμία οικογένεια δεν πρέπει να διαλέγει αν θα πληρώσει ρεύμα ή φαγητό. Η ακρίβεια δεν θα λυθεί με φιλανθρωπία ούτε με πρόχειρα επιδόματα. Θα λυθεί με μεταρρυθμίσεις, σχέδιο και πολιτική βούληση.
Η πολιτική έχει ένα μόνο κριτήριο:
αν βελτιώνει τη ζωή του πολίτη ή όχι.
Όχι αν δείχνει ωραία σε παρουσιάσεις.
Όχι αν ικανοποιεί τις Βρυξέλλες.
Αλλά αν, στο τέλος του μήνα, ο άνθρωπος ανασαίνει λίγο καλύτερα.