Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον για την Κύπρο. Η κινητικότητα στο επιχειρηματικό περιβάλλον, η εγκατάσταση διεθνών εταιρειών, οι εξαγορές και οι νέες δραστηριότητες σε τομείς όπως η τεχνολογία, οι υπηρεσίες και η ναυτιλία δείχνουν ότι η χώρα επανέρχεται σταδιακά στον επενδυτικό χάρτη. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι τυχαία. Αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσμα ευρύτερων γεωοικονομικών ανακατατάξεων, της αναζήτησης σταθερών ευρωπαϊκών βάσεων δραστηριότητας, αλλά και της αυξημένης προσαρμοστικότητας ορισμένων κρατικών υπηρεσιών. Όμως, αν περιοριστούμε στη διαχείριση της συγκυρίας, το θετικό momentum κινδυνεύει να αποδειχθεί προσωρινό. Η ουσιαστική επανατοποθέτηση της Κύπρου ως αξιόπιστου επενδυτικού προορισμού δεν εξαρτάται από μεμονωμένες επενδύσεις ή επικοινωνιακές εξαγγελίες. Εξαρτάται από το κατά πόσο η χώρα προσφέρει σταθερότητα, προβλεψιμότητα, θεσμική σοβαρότητα και ταχύτητα στην πράξη. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, καμία στρατηγική προβολής δεν μπορεί να έχει διάρκεια.
Για μια μικρή, ανοιχτή οικονομία όπως η κυπριακή, η προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων υψηλής ποιότητας αποτελεί βασικό πυλώνα ανάπτυξης. Όχι μόνο λόγω της εισροής κεφαλαίων, αλλά κυρίως λόγω της μεταφοράς τεχνογνωσίας, της δημιουργίας ποιοτικών θέσεων εργασίας και της μακροπρόθεσμης ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να προσελκύσουμε επενδύσεις, αλλά να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε αυτές να εγκαθίστανται, να αναπτύσσονται και να παραμένουν στον τόπο μας. Η θέση της Κύπρου στον διεθνή επιχειρηματικό χάρτη εξαρτάται από τη φήμη της ως κράτους δικαίου, τη σταθερότητα του φορολογικού πλαισίου και την ταχύτητα και προβλεψιμότητα των διαδικασιών.
Για να συμβεί αυτό, απαιτείται ξεκάθαρη και συνεκτική στρατηγική. Πρώτον, η χώρα οφείλει να ενισχύσει τη θεσμική της αξιοπιστία. Η ποιότητα του κράτους δικαίου, η ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης και η ασφάλεια δικαίου αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για κάθε σοβαρό επενδυτή. Η καθυστέρηση στην εκδίκαση εμπορικών και διοικητικών υποθέσεων δεν είναι μόνο θεσμικό πρόβλημα, αλλά και ουσιαστικό αντικίνητρο για επενδύσεις.
Δεύτερον, το νομοθετικό και ρυθμιστικό πλαίσιο πρέπει να εκσυγχρονιστεί ουσιαστικά και να προσφέρει ασφάλεια και προβλεψιμότητα. Αποσπασματικές τροποποιήσεις, ασάφειες και καθυστερήσεις δημιουργούν ανασφάλεια και υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα της χώρας. Παράλληλα, οι εποπτικές αρχές πρέπει να ενισχυθούν σε ανθρώπινο δυναμικό και τεχνογνωσία, ώστε να μπορούν να ασκούν αποτελεσματικά τον ρόλο τους χωρίς να λειτουργούν ως τροχοπέδη στην επιχειρηματική δραστηριότητα.
Κρίσιμη είναι και η καλλιέργεια μιας σύγχρονης διοικητικής κουλτούρας, όπου η εποπτεία και η διευκόλυνση των επενδύσεων δεν αντιμετωπίζονται ως αντικρουόμενοι στόχοι. Αντίθετα, μπορούν να συνυπάρχουν μέσα από σαφείς κανόνες, διαφάνεια και λογοδοσία.
Η καθολική ψηφιοποίηση των διαδικασιών του κράτους και του χρηματοπιστωτικού τομέα αποτελεί επίσης βασική προϋπόθεση. Η απλοποίηση, η ταχύτητα και η διαφάνεια μειώνουν τη γραφειοκρατία, περιορίζουν τα περιθώρια αυθαιρεσίας και ενισχύουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Το ίδιο ισχύει και για το τραπεζικό σύστημα, το οποίο οφείλει να λειτουργεί ως υποστηρικτής της ανάπτυξης και όχι ως αποτρεπτικός παράγοντας μέσω υπερβολών στη συμμόρφωση και στις διαδικασίες.
Η παροχή κινήτρων για μετεγκατάσταση εταιρειών πρέπει να συνδέεται με ουσιαστικό όφελος για την κυπριακή οικονομία. Οι επενδύσεις οφείλουν να συνοδεύονται από δημιουργία θέσεων εργασίας, μεταφορά γνώσης, εκπαίδευση ντόπιου ανθρώπινου δυναμικού και πραγματική ένταξη στον κοινωνικό και οικονομικό ιστό της χώρας. Ταυτόχρονα, είναι κρίσιμο να διασφαλίζεται ισότιμη μεταχείριση των Κυπρίων επιχειρηματιών, οι οποίοι στήριξαν την οικονομία σε δύσκολες περιόδους και δεν πρέπει να αισθάνονται ότι λειτουργούν σε περιβάλλον δύο ταχυτήτων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ενίσχυση της διεθνούς συνδεσιμότητας της Κύπρου. Ως νησιωτικό κράτος με γεωπολιτικούς περιορισμούς, η χώρα εξαρτάται απόλυτα από τις αερομεταφορές για τον τουρισμό και την επιχειρηματική της δραστηριότητα. Απαιτείται διεκδίκηση ειδικής μεταχείρισης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να καταστεί δυνατή η παροχή στοχευμένων κινήτρων που θα ενισχύσουν ουσιαστικά τη συνδεσιμότητα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος του Invest Cyprus είναι καθοριστικός. Ο οργανισμός έχει επιτελέσει σημαντικό έργο, ωστόσο χρειάζεται περαιτέρω ενίσχυση και αναβάθμιση, ώστε να μπορεί να λειτουργεί πραγματικά ως συντονιστικός μηχανισμός και αξιόπιστος συνομιλητής των επενδυτών. Η μετεξέλιξή του σε ένα ισχυρότερο θεσμικό σχήμα, με επαρκείς αρμοδιότητες και πόρους, μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στη μετάβαση από τη συγκυρία στη στρατηγική.
Η Κύπρος έχει τη δυνατότητα να προσελκύσει ποιοτικές επενδύσεις σε τομείς με μακροπρόθεσμη προοπτική, όπως η πράσινη ενέργεια, η τεχνολογία και η καινοτομία, οι υπηρεσίες υψηλής εξειδίκευσης, η ανώτατη εκπαίδευση, η ναυτιλία και τα logistics. Για να το πετύχει, όμως, χρειάζεται συνέπεια, συνέχεια και πολιτική βούληση.
Η ανάπτυξη δεν μπορεί να βασίζεται στην τύχη ή στη συγκυρία. Μπορεί να είναι βιώσιμη μόνο όταν στηρίζεται σε θεσμούς που λειτουργούν, σε κανόνες που εφαρμόζονται και σε ένα περιβάλλον που προσφέρει δίκαιες συνθήκες και ίσες ευκαιρίες για όλους.
Το τελευταίο διάστημα καταβάλλεται έντονη προσπάθεια για τη διεύρυνση των οικονομικών και επενδυτικών δεσμών της Κύπρου με την Ινδία, με στόχο η χώρα μας να αποτελέσει στρατηγική πύλη εισόδου ινδικών επιχειρήσεων στην ευρωπαϊκή αγορά. Ήδη, αρκετές ινδικές εταιρείες έχουν ανακοινώσει τη δημιουργία παρουσίας στο νησί, επιβεβαιώνοντας το αυξημένο ενδιαφέρον.
Για να μπορέσει αυτή η δυναμική να παγιωθεί και να ενισχυθεί περαιτέρω, είναι κρίσιμο να υπάρξει ουσιαστική προεργασία σε θεσμικό επίπεδο, αλλά και συνεχής κρατική στήριξη σε διοικητικό επίπεδο. Η ταχεία διεκπεραίωση διαδικασιών, η σαφήνεια στους κανονισμούς, η φορολογική σταθερότητα, καθώς και η ύπαρξη σύγχρονων υποδομών και εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, συνιστούν καθοριστικά στοιχεία για την επιτυχία αυτών των επενδύσεων.Παράλληλα, πρέπει να διασφαλιστεί ότι η πολιτεία στηρίζει με συνέπεια και εκείνες τις επιχειρήσεις που έχουν ήδη επιλέξει την Κύπρο ως βάση δραστηριότητας. Αν το κράτος δεν ανταποκριθεί με ευελιξία, σταθερότητα και συνέπεια, υπάρχει ο σοβαρός κίνδυνος να χαθεί η ώθηση που έχει δημιουργηθεί και να υποχωρήσει το επενδυτικό ενδιαφέρον.
Η προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων υψηλής ποιότητας αποτελεί επίσης καθοριστικό παράγοντα ανάπτυξης για μια μικρή και εξωστρεφή οικονομία όπως η κυπριακή. Η σημασία τους δεν περιορίζεται μόνο στην εισροή κεφαλαίων, αλλά εκτείνεται στη μεταφορά γνώσης και τεχνογνωσίας, στη δημιουργία θέσεων εργασίας με προστιθέμενη αξία, στην ενίσχυση της διεθνούς παρουσίας της οικονομίας και στη μακροπρόθεσμη αναβάθμιση της παραγωγικής της βάσης.
Οι επενδύσεις ποιότητας συμβάλλουν ουσιαστικά στην αναβάθμιση των υποδομών, στη διάχυση της καινοτομίας και στη διαμόρφωση ενός σύγχρονου επιχειρηματικού οικοσυστήματος. Παράλληλα, ενισχύουν τη συνολική ανταγωνιστικότητα της χώρας και δημιουργούν προϋποθέσεις βιώσιμης ανάπτυξης.
Ωστόσο, για να μπορέσει η Κύπρος να προσελκύσει περισσότερες και ουσιαστικότερες επενδύσεις, είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη ότι το διεθνές επενδυτικό περιβάλλον μεταβάλλεται συνεχώς. Ο ανταγωνισμός μεταξύ χωρών είναι έντονος και δυναμικός, με αποτέλεσμα να απαιτείται διαρκής προσαρμογή και εγρήγορση.
Σε αυτό το πλαίσιο, καθίσταται αναγκαία η διαμόρφωση και εφαρμογή μιας ξεκάθαρης και συνεκτικής στρατηγικής, η οποία θα χαρακτηρίζεται από σταθερότητα, συνέχεια και σαφή προσανατολισμό. Μόνο μέσα από μια τέτοια προσέγγιση μπορεί η χώρα να ενισχύσει ουσιαστικά τη θέση της ως αξιόπιστος και ελκυστικός επενδυτικός προορισμός.
Για την ουσιαστική ενίσχυση της ελκυστικότητας της Κύπρου ως επενδυτικού προορισμού, είναι αναγκαίο να προωθηθεί ένα σύνολο στοχευμένων παρεμβάσεων που δημιουργούν σταθερότητα, προβλεψιμότητα και ανταγωνιστικότητα:
- Πρώτα απ’ όλα, είναι κρίσιμο να διατηρηθεί ένα σαφές και αξιόπιστο φορολογικό και ρυθμιστικό περιβάλλον, το οποίο να εμπνέει εμπιστοσύνη σε επενδυτές και επιχειρήσεις.
- Πρέπει να ενισχυθούν τα υφιστάμενα φορολογικά και χρηματοδοτικά κίνητρα, διασφαλίζοντας ότι η Κύπρος παραμένει ανταγωνιστική ως προς τους φορολογικούς της συντελεστές, προσφέροντας ταυτόχρονα ευνοϊκή μεταχείριση στα μερίσματα και φοροαπαλλαγές για επενδύσεις στην έρευνα, την καινοτομία και την πράσινη ανάπτυξη. Με δεδομένη την εφαρμογή της πρόσφατης φορολογικής μεταρρύθμισης, είναι κρίσιμο να παρακολουθούμε στενά τα αποτελέσματά της στην πράξη και να είμαστε έτοιμοι να προσαρμόσουμε πτυχές της πολιτικής, ώστε να διασφαλίζεται ότι αποδίδει ουσιαστικά στους επενδυτές και ενισχύει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.
- Τα ειδικά καθεστώτα που απευθύνονται σε φυσικά πρόσωπα, όπως το non-dom, πρέπει να αξιοποιηθούν πλήρως, ενισχύοντας έτσι την προσέλκυση υψηλής ποιότητας στελεχών και επενδυτών.
- Είναι εξίσου σημαντικό να διευρυνθεί η πρόσβαση των επιχειρήσεων, ιδίως των μικρομεσαίων. σε εθνικά και ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά προγράμματα, που στηρίζουν στρατηγικές και καινοτόμες επενδύσεις.
- Επενδυτές και επιχειρήσεις χρειάζονται επιπλέον πρακτική στήριξη κατά την εγκατάστασή τους, μέσω ολοκληρωμένων πακέτων “soft-landing” που θα περιλαμβάνουν ταχεία αδειοδότηση, πληροφόρηση, πρόσβαση σε στέγαση, εκπαίδευση και ιατρική κάλυψη για τους εργαζομένους και τις οικογένειές τους.
- Παράλληλα, απαιτείται δραστική μείωση της γραφειοκρατίας και ψηφιοποίηση των διαδικασιών με σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων, σαφείς προθεσμίες και μηχανισμούς ελέγχου.
- Η διαδικασία εργοδότησης υπηκόων τρίτων χωρών, η οποία θεσπίστηκε την προηγούμενη περίοδο, πρέπει να ενισχυθεί και να εξορθολογιστεί με πλήρη ψηφιακή διαχείριση και καλύτερο συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων αρχών, καθώς η διαθεσιμότητα εξειδικευμένου προσωπικού αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την εγκατάσταση διεθνών εταιρειών.
- Οφείλουμε να επενδύσουμε στο εγχώριο ανθρώπινο δυναμικό, μέσω προγραμμάτων κατάρτισης και αναβάθμισης δεξιοτήτων, με στενότερη σύνδεση μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας και με ενίσχυση της ποιότητας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
- Είναι εξίσου σημαντικό να ενισχυθεί η εικόνα της Κύπρου στο εξωτερικό μέσα από στοχευμένη στρατηγική επικοινωνίας, αξιοπιστία σε θεσμικό επίπεδο και ενεργή συμμετοχή σε διεθνείς οικονομικές σχέσεις.
- Το επενδυτικό ενδιαφέρον της Διασποράς πρέπει να αξιοποιηθεί στρατηγικά, καθώς οι Κύπριοι του εξωτερικού διαθέτουν τη θέληση, τις δυνατότητες και τη γνώση για μακροπρόθεσμες επενδύσεις με ουσιαστική συμβολή στην τοπική οικονομία.
- Η απονομή δικαιοσύνης, ειδικά σε διοικητικές και εμπορικές υποθέσεις, πρέπει να επιταχυνθεί, ώστε να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στο κράτος δικαίου και να αναδειχθεί η Κύπρος ως φιλικός προορισμός για σοβαρούς επενδυτές.
- Είναι απαραίτητο να αποκατασταθεί η ισορροπία στο τραπεζικό σύστημα. Η υπερβολική αυστηρότητα σε θέματα συμμόρφωσης και διαδικασιών λειτουργεί αποτρεπτικά για σοβαρές επενδυτικές πρωτοβουλίες και επιβαρύνει την επιχειρηματικότητα. Οι τράπεζες οφείλουν να γίνουν πραγματικοί αρωγοί της ανάπτυξης, να ενισχύουν τη ρευστότητα της αγοράς, να χρηματοδοτούν την καινοτομία και να στηρίζουν τη διεθνοποίηση της κυπριακής οικονομίας, αντί να αποτελούν τροχοπέδη στην επιχειρηματική δραστηριότητα.
Τομείς με ισχυρή αναπτυξιακή προοπτική για την Κύπρο εντοπίζονται σε στρατηγικούς κλάδους όπως η πράσινη ενέργεια, οι ψηφιακές τεχνολογίες, οι χρηματοοικονομικές και νομικές υπηρεσίες υψηλής εξειδίκευσης, η ανώτατη εκπαίδευση και η ναυτιλία. Παράλληλα, τομείς όπως ο τουρισμός, η υγεία και η μεταποίηση μπορούν να προσφέρουν βιώσιμη ανάπτυξη και ενίσχυση της οικονομικής ανθεκτικότητας. Η προσέλκυση επενδύσεων σε αυτούς τους τομείς είναι εφικτή, αρκεί να διαμορφώσουμε ένα περιβάλλον που διακρίνεται για την αξιοπιστία, τη θεσμική σταθερότητα και τη διοικητική αποτελεσματικότητα, ώστε οι επενδύσεις να μην είναι μόνο εφήμερες, αλλά μακροχρόνιες και ουσιαστικές.
Το Κέντρο Εξυπηρέτησης Επιχειρήσεων, πρέπει να μετασχηματιστεί σε μια σύγχρονη πλατφόρμα άμεσης εξυπηρέτησης και καθοδήγησης. Δεν αρκεί να υπάρχει, πρέπει να λειτουργεί ουσιαστικά, με επαρκές προσωπικό, αναβαθμισμένες αρμοδιότητες και πλήρη ψηφιακή υποστήριξη, ώστε να επιτελεί πραγματικό έργο.
Η πολιτεία οφείλει να καθιερώσει έναν μόνιμο θεσμό διαλόγου με τους παραγωγικούς φορείς της αγοράς. Οι πολιτικές δεν πρέπει να σχεδιάζονται ερήμην εκείνων που καθημερινά επενδύουν, καινοτομούν και δημιουργούν θέσεις εργασίας (ΟΕΒ, ΚΕΒΕ, CIFA) με στόχο τη συγκρότηση ρεαλιστικών και εφαρμόσιμων προτάσεων που θα απαντούν στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς.
Αυτή η προσέγγιση πρέπει να αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα, ενσωματωμένη στην πολιτική κουλτούρα του τόπου, ώστε να διαμορφώνεται μια σταθερή σχέση συνεργασίας μεταξύ κράτους και παραγωγικής οικονομίας.